![]() |
|
![]() |
| Home » Issue 5 » Οι φυσικές επιστήμες στον εικοστό πρώτο αιώνα: αναπτύσσοντας ένα νέο πρόγραμμα σπουδών για τις φυσικές επιστήμες |
User login |
Οι φυσικές επιστήμες στον εικοστό πρώτο αιώνα: αναπτύσσοντας ένα νέο πρόγραμμα σπουδών για τις φυσικές επιστήμες
Submitted by sis on Thu, 2007-08-23 09:16.
Education | Greek | Issue 5 | Spotlight on education
Μετάφραση Βαγγέλης Κολτσάκης Όλοι οι μαθητές τώρα ακολουθούν ένα κεντρικό πρόγραμμα σπουδών, ανεξάρτητα από τη μελλοντική τους εξέλιξη στην επιστήμη, με μια έμφαση στην ανάπτυξη του επιστημονικού εγγραμματισμού. Αντίθετα, το προηγούμενο πρόγραμμα σπουδών για αυτές τις ηλικίες στηρίζονταν στις ανάγκες των μαθητών που θα ακολουθούσαν περαιτέρω ακαδημαϊκές σπουδές. Στο νέο σχήμα, οι περισσότεροι μαθητές παρακολουθούν και επιπρόσθετα μαθήματα φυσικών επιστημών, που συζητούνται στη συνέχεια. Τόσο η καλά τεκμηριωμένη επιδείνωση της αντίληψης των μαθητών της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την επιστήμη όσο και οι αρνητικές τάσεις στις συμπεριφορές των μαθητών απέναντι στο πρόγραμμα σπουδών για τις φυσικές επιστήμεςw1, οδήγησαν στην αναθεώρηση του εθνικού προγράμματος σπουδών. Η σημαντική έκθεση, Beyond 2000 (Πέρα από το 2000) (Millar & Osborne, 1998), οδήγησε στην ανάπτυξη ενός πιλοτικού μοντέλου για μια νέα προσέγγιση του προγράμματος σπουδών. Γνωστό ως Twenty First Century Science (Φυσικές Επιστήμες στον εικοστό πρώτο αιώνα), το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε υπό την εποπτεία της Qualifications and Curriculum Authority (QCA)w2, της κυβερνητικής υπηρεσίας που είναι αρμόδια για τις ρυθμίσεις στα σχολικά προγράμματα σπουδών της Αγγλίας και της Ουαλίας. Μια μικρή ομάδα, από το University of York Science Education Group και το Nuffield Curriculum Centre, ανέπτυξε το πιλοτικό πρόγραμμα σπουδών και το εκπαιδευτικό υλικό, τα οποία δοκιμάστηκαν σε περισσότερα από 75 σχολεία από το Σεπτέμβριο του 2003. Μετά τον απολογισμό της πιλοτικής εφαρμογής, η QCA ανάπτυξε ένα νέο εθνικό πρόγραμμα σπουδών για την Αγγλία και για την Ουαλία, βασισμένο στο μοντέλο Twenty First Century Science. Είναι ωστόσο σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν ακολουθούν όλοι οι μαθητές αυτό το μοντέλο. Αυτή είναι μια από τις εκδοχές του εθνικού προγράμματος σπουδών από τις οποίες μπορούν οι εκπαιδευτικοί να επιλέξουν. Πως η έκθεση Beyond 2000 επηρέασε το νέο πρόγραμμα σπουδών? Μια βασική υπόδειξη της έκθεσης Beyond 2000 είναι ότι η υποχρεωτική εκπαίδευση στις φυσικές επιστήμες θα πρέπει να στοχεύσει στον επιστημονικό εγγραμματισμό. Η εκπαίδευση στις φυσικές επιστήμες θεωρείται κατάλληλη για κάθε μαθητή, ανεξάρτητα από τις μελλοντικές του φιλοδοξίες. Αυτή η υπόδειξη δημιούργησε μερικά ερωτήματα κατά το αρχικό στάδιο ανάπτυξης του Twenty First Century Science, όπως:
Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον επιστημονικά εγγραματισμένο άνθρωπο ως αυτόν που:
Στην καρδιά του Twenty First Century Science είναι ένα βασικό πρόγραμμα, το οποίο ακολουθούν όλοι οι μαθητές και το οποίο αναπτύσσει γνώσεις και δεξιότητες σχετικές με τους παραπάνω σκοπούς. Από τι αποτελείται το πρόγραμμα σπουδών στις φυσικές επιστήμες για τη GCSE; GCSE: General Certificate of Secondary Education (βεβαίωση δευτεροβάθμιας γενικής εκπαίδευσης)? Είναι σαφώς αδύνατη η εμπλοκή με τις επιστήμες χωρίς την κατανόηση κάποιου επιστημονικού περιεχόμενου. Το πρόγραμμα σπουδών για τις φυσικές επιστήμες για τη GCSE περιλαμβάνει βασικά «θέματα φυσικών επιστημών» - τις σημαντικότερες περιπτώσεις επιστημονικής γνώσης (βλ. σχετικό ένθετο). Ένα πρόγραμμα που στοχεύει στον επιστημονικό εγγραμματισμό, θα πρέπει να δίνει έμφαση σε αυτά τα σημαντικά θέματα, και όχι σε ασύνδετες μεταξύ τους λεπτομέρειες, οι οποίες δεν χρειάζονται σε αυτό το επίπεδο και μπορεί να αποθαρρύνουν πολλούς μαθητές να επιδιώξουν περαιτέρω σπουδές στις φυσικές επιστήμες. Θέματα φυσικών επιστημών
Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό στοιχείο του επιστημονικού εγγραμματισμού είναι η κατανόηση της φύσης της επιστήμης και του κοινωνικού της πλαισίου, κάτι που αναφέρεται στο πρόγραμμα GCSE Science ως «ιδέες σχετικά με την επιστήμη» (βλ. σχετικό ένθετο). Αυτές είναι οι βασικές ιδέες για το συσχετισμό με την καθημερινή ζωή, αλλά είναι επίσης απαραίτητες βασικές ιδέες για κάθε μελλοντικό επιστήμονα. Για παράδειγμα, η κατανόηση της διάκρισης ανάμεσα στους συσχετισμούς και στις αιτίες, είναι χρήσιμη τόσο στον πολίτη που διαβάζει ένα άρθρο εφημερίδας σχετικό με τα ευρήματα μιας επιδημιολογικής μελέτης, όσο και στον επιστήμονα που σχεδίασε τη μελέτη. Και οι δυο τους χρειάζονται επίσης κατανόηση των περιορισμών των δεδομένων για να εκτιμήσουν την αξιοπιστία της. Μια νέα επιστημονική απαίτηση μπορεί να εμπλέξει την αμφισβήτηση, και έτσι όλοι μας χρειαζόμαστε να κατανοούμε το πώς οι επιστήμονες αναπτύσσουν θεωρίες και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε στοιχεία και να αναπτύσσουμε επιχειρήματα, καθώς και να γνωρίζουμε την επιστημονική κοινότητα και το σύστημα κρίσεων των εργασιών (peer-reviewing). Τόσο ο πολίτης που παίρνει προσωπικές αποφάσεις, όσο και ο επιστήμονας που προωθεί προτάσεις για κοινωνική πολιτική, στηρίζονται στην κατανόηση του κινδύνου και του πλαισίου μέσα στο οποίο λαμβάνονται αποφάσεις που στηρίζονται στην επιστήμη και στην τεχνολογία. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ασκούμενοι επιστήμονες θα εμπλακούν με ιδέες σχετικές με την επιστήμη βαθύτερα από ότι ένας μη επιστημονικά εγγράμματος άνθρωπος, αλλά στο επίπεδο του GCSE Science, οι μαθητές κερδίζουν μια κατανόηση αυτών των ιδεών, που θα τους είναι χρήσιμη, ανεξάρτητα από τις όποιες μελλοντικές φιλοδοξίες τους. Ιδέες σχετικά με την επιστήμη
Το πρόγραμμα GCSE Science διδάσκεται μέσα από μια σειρά μαθημάτων που παρέχουν ευχάριστο και ελκυστικό περιβάλλον στους μαθητές. Απώτερος σκοπός είναι να ενστερνιστούν οι μαθητές το πρόγραμμα αυτό. Αυτή η κατανόηση είναι βασική για όλους τους πολίτες, όχι μόνο για αυτούς που θα συνεχίσουν ως επιστήμονες. Και σχετικά με τους μελλοντικούς επιστήμονες?
Η αποτίμηση του προγράμματος σπουδών Προφανώς ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα σπουδών δεν μπορεί να έχει μια ουσιαστική επίδραση αν, συγχρόνως, δεν αναπτυχθεί και ένα κατάλληλο σύστημα αξιολόγησης, σύμφωνο με τους σκοπούς του κάθε μαθήματος του προγράμματος. Η πιο καινοτόμα ανάπτυξη συστήματος αποτίμησης στο πρόγραμμα Twenty First Century Science είναι αυτή στα μαθήματα επιπέδου GCSE. Ο σχεδιασμός εργαλείων αποτίμησης του επιστημονικού εγγραμματισμού των μαθητών αποτελεί πρόκληση, και γίνεται πολλή δουλειά πάνω σε αυτό. Παρ’ όλα αυτά, σημαντική δουλειά έχει γίνει και κατά την περίοδο της πιλοτικής εφαρμογής. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την αποτίμηση του προγράμματος υπάρχουν στο δικτυακό του τόποw3. Πόσο αποτελεσματικό είναι το νέο πρόγραμμα σπουδών? Τέτοιου εύρους αλλαγές σε ένα πρόγραμμα σπουδών, απαιτούν σημαντικές επενδύσεις, τουλάχιστον από τους εκπαιδευτικούς, που θα πρέπει να υλοποιήσουν νέα μαθήματα στα σχολεία τους. Απαιτούνται ισχυρά κίνητρα για να επιχειρηθεί μια τέτοια αλλαγή. Καθώς το νέο πρόγραμμα σπουδών εισήχθη στα σχολεία της Αγγλίας και της Ουαλίας μόλις το Σεπτέμβριο του 2006, είναι πολύ νωρίς ακόμη για να αποτιμήθούν τα ευρείας κλίμακας αποτελέσματά του. Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ θετική η ανατροφοδότηση από τους εκπαιδευτικούς που ενεπλάκησαν από το 2003 στην πιλοτική εφαρμογή του Twenty First Century Science (βλ. σχετικό ένθετο). Έχει πραγματοποιηθεί και μια ανεξάρτητη αξιολόγηση της πιλοτικής εφαρμογής και, περισσότερες σχετικές πληροφορίες θα προστεθούν στο δικτυακό τόπο του πρότζεκτ, όταν θα είναι διαθέσιμες. Ανατροφοδότηση από εκπαιδευτικούς «Η φιλοσοφία είναι εντυπωσιακή και λειτουργεί στην πράξη. Το υποστηρικτικό υλικό είναι εξαιρετικό [...]. Από τότε που ξεκινήσαμε, κανένας μαθητής δε με ρώτησε γιατί θα έπρεπε να μαθαίνει φυσικές επιστήμες ή γιατί θα έπρεπε να ξέρει κάτι από όσα καλύψαμε. Οι βαθμοί μας στη GCSE βελτιώθηκαν και δεν συναντήσαμε προβλήματα κατά τη μετάβαση στο Α επίπεδο φυσικών επιστημών (ηλικίες 16-18). Το TwentyFirstCenturyScience είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί ως εκπαιδευτικό φυσικών επιστημών, από τότε που ξεκίνησα, το 1989. Έχουμε αγκαλιάσει αυτήν την αλλαγή και δεν το έχουμε μετανιώσει ούτε για μια στιγμή.» «Οι γονείς μας λένε ότι τα παιδιά τους όταν επιστρέφουν στο σπίτι μιλούν με ενθουσιασμό για αυτά που κάνουν στις φυσικές επιστήμες.» «Τα μαθήματα προσφέρουν στους μαθητές την ευκαιρία να σκεφτούν για τους εαυτούς τους και να αποκτήσουν έγκυρες απόψεις και γνώμες.» Αναφορές Millar R, Osborne J (1998) Beyond 2000: Science Education for the Future. London, UK: King’s College Η αναφορά είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο του King’s College London. Αναφορές στο διαδίκτυο w1 –Για πληροφορίες σχετικά με τη μελέτη ROSE σχετικά με τις στάσεις των μαθητών για τις φυσικές επιστήμες, βλ.: Sjøberg S, Schreiner C (2006) How do students perceive science and technology? Science in School 1: 66-69. και τον δικτυακό τόπο της μελέτης ROSE. w2 – Qualifications and Curriculum Authority (QCA) w3 – Δικτυακός τόπος του Twenty First Century Science Σημείωμα από την εκδότρια Θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να μας πείτε για νέα πειραματικά προγράμματα σπουδών αλλού στην Ευρώπη. Έχει επιχειρηθεί στη χώρα σας κάποιο ριζικά διαφορετικό πρόγραμμα σπουδών; Πόσο καλά λειτούργησε; Ποια η γνώμη των εκπαιδευτικών και ποια των μαθητών για αυτό; Τι δυσκολίες παρουσιάστηκαν στη φάση εισαγωγής του και πως αυτές αντιμετωπίστηκαν; Ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για τις απόψεις των εκπαιδευτικών για τα νέα προγράμματα σπουδών. Ανασκόπηση Το άρθρο αυτό αποτελεί ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα για αυτούς που σχεδιάζουν προγράμματα φυσικών επιστημών και για δασκάλους που επεκτείνουν τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο. Το άρθρο είναι ενδιαφέρον και έξω από το Ηνωμένο Βασίλειο, για όσους αναζητούν να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους σχετικά με το τι συζητείται και στις άλλες χώρες. Αν και οι κύριοι ενδιαφερόμενοι είναι αυτοί που σχεδιάζουν προγράμματα σπουδών, το άρθρο είναι ενδιαφέρον και για εκπαιδευτικούς φυσικών επιστημών που θέλουν να είναι ενήμεροι για τις καινοτομίες και τις αλλαγές. Το άρθρο παρουσιάζει εν συντομία τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου προγράμματος σπουδών φυσικών επιστημών στην Αγγλία και στην Ουαλία και αιτιολογεί την ανάγκη εισαγωγής του. Μερικά από τα αξιοσημείωτα σημεία που αναφέρονται, όπως ο ορισμός του επιστημονικά εγγράμματου και το ποια μαθήματα θα έπρεπε να γίνονται για έναν τέτοιο μαθητή, μπορούν να αποτελέσουν αιτία για συζήτηση ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς των φυσικών επιστημών, σχετικά με το τι θα έπρεπε και το τι δεν θα έπρεπε να διδάσκεται στα μαθήματα των φυσικών επιστημών. Η εισαγωγή ενός νέου προγράμματος σπουδών δεν είναι ποτέ μια εύκολη αποστολή. Όμως, όπως αναφέρει η Jenifer Burden, η επιδείνωση της αντίληψης των μαθητών της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την επιστήμη και οι αρνητικές τάσεις στις συμπεριφορές των μαθητών απέναντι στο πρόγραμμα σπουδών για τις φυσικές επιστήμες καθιστούν την αλλαγή αναγκαία. Το δίλλημα του πως θα προσφερθεί ένα πρόγραμμα σπουδών που απευθύνεται τόσο στους μελλοντικούς πολίτες όσο και στους μελλοντικούς επιστήμονες, έχει συζητηθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μου. Σε μια πρόσφατη συνάντηση της ένωσης εκπαιδευτικών φυσικών επιστημών στη Μάλτα, αναφέρθηκε ότι μια τέτοια αλλαγή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογες αλλαγές και στην πρωτοβάθμια και στη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τέτοιο θέμα δεν αναφέρεται στο άρθρο της Burden, αλλά η Burden μιλά για την ανάγκη να συνοδευθεί αυτός ο μετασχηματισμός από μια αναθεώρηση του τρόπου αποτίμησης. Ο μετασχηματισμός, ο οποίος φαίνεται να έχει την υποστήριξη των εκπαιδευτικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, φαίνεται να έχει τα συστατικά που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Η Jenifer Burden είναι συν-διευθύντριατου Twenty First Century Science, μεέδραστο University of York Science Education Group. Email: jb56@york.ac.uk
|
Science in School email alert |
| IMPRINT | CREDITS | COPYRIGHT | DISCLAIMER | [ISSN 1818-0361] |